κατής


κατής
Βλ. λ. καδής.
* * *
και καδής, ο (Μ κατής)
Τούρκος δικαστής που δίκαζε επί τη βάσει θρησκευτικού δικαίου, ιεροδικαστής
νεοελλ.
ειρηνοδίκης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kadi].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κάτης — Βλ. λ. καδής. * * * ο (Μ κάτης) γάτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για το ουσ. κάτα* με αλλαγή γένους] …   Dictionary of Greek

  • κατής — ο (λ. τουρκ.), καδής, ιεροδικαστής: Οι Έλληνες φοβόντουσαν τον κατή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καδής ή κατής — Iεροδικαστής, την εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο οποίος δίκαζε βάσει του ιερού μουσουλμανικού δικαίου κυρίως κληρονομικές και οικογενειακές υποθέσεις. Κατά τον Μεσαίωνα εκτελούσε χρέη συμβολαιογράφου, κηδεμόνευε τα ορφανά ή διόριζε… …   Dictionary of Greek

  • PERICLITANTES — in Zeryntho, in antrum Hecatae dicatum, confugere olim soliti sunt, teste Aristophane in Pace. Ita autem de hoc antro, Nicandri Scholiastes, Ο` Ζηρύνθιον ἄντρον εν Σαμοθράκῃ φασὶν εἶναι Λυκόφρων δέ φησι, Ζήρυνθον ἄντρον τῆς κυνοσφαγοῦς θεᾶς ὅ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ZERYNTHUS — urbs et antrum Hecates in Samothracia; Canis antrum Lycophroni. Inde Zerynthius adiectiv. Ovid. l. 1. Trist. El. 9. v. 19. Inde levi vento Zerynthia litora nactis Threiciam tetigit fessa carina Samon. Lycophr. ἄντρον τῆς κυνοσφαγοῦς θεᾶς ὃ ἔςτι… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • EMPUSA — genus laryae ac terriculamenti, Hecatae dicatum, et ab illa infortunatis immissum et visum; quod in omnes se vertere siguras amat, q. ενίπους. Meridiano tempore etiam videtur conspici cum mortuis inferias dant. Quibusdam eadem est cum Hecate.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • HECATE — Iovis et Latonae filia, soror Apollinis; quae et Dianae dicitur. Huic triplex nomen attribuitur. Nam in caelo creditur esse Luna, in terra Diana, et apud inferos Proserpina. Hecate vero Servio dicta, quod centum victimis placetur, ant quod 100.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αγριοκάτης — ἀγριοκάτης, ο (Μ) ο αγριόγατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επίθ. ἄγριος + ουσ. κάτης] …   Dictionary of Greek

  • αγριόκατος — ἀγριόκατος, ο (Μ) ο αγριόγατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επίθ. ἄγριος + ουσ. κάτης] …   Dictionary of Greek

  • καδής — ο βλ. κατής …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.